Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

3-IRON


ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ

δράμα, εγκλήματος, αισθηματική 2004

Αινιγματικό δράμα που επικεντρώνεται σε έναν κορεάτη άστεγο νεαρό, ο οποίος ζει κρυφά σε ξένα σπίτια και σε μια κακοποιημένη γυναίκα που εγκαταλείπει το σύζυγό της για να ζήσει μαζί του.


ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κιμ Κι-Ντουκ
ΣΕΝΑΡΙΟ: Κιμ Κι-Ντουκ
ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: Λι Σανγκ-Γιόν, Λι Χαν-Κιουν, Κουόν Χάου-Χο
ΗΜΕΡ.ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 06/10/05 (Ελλάδα)
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 88 λεπτά
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Νότια Κορέα, Ιαπωνία
3-iron ολομόναχοι μαζί movie poster
 Από τους πλέον σημαντικούς κορεάτες σκηνοθέτες και από τα πιο διάσημα παγκοσμίως ταλέντα, ο Κιμ Κι-Ντουκ, έχει προσφέρει στο κοινό σημαντικές δημιουργίες όπως το “Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας... και άνοιξη” (2003), “Το τόξο” (2005), “Το νησί” (2000), “Η καλή Σαμαρείτιδα” (2004), “Πιετά” (2012) και άλλες. Βιρτουόζος στη σύνθεση βίαιων και υποβλητικών δημιουργιών που αποτυπώνουν τους αγώνες της ανθρώπινης ψυχής μέσα στη σκοτεινή πραγματικότητα που την οργανώνει ο σκληρός καπιταλισμός, στο “Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας... και άνοιξη” και στο “3-Iron”, ο Κι-Ντουκ αλλάζει ύφος και χρησιμοποιεί το λυρικό στοιχείο με μοναδικό τρόπο για να προβάλει τις πιο ευαίσθητες εκφάνσεις της ανθρώπινης συνθήκης.
 Το “Ολομόναχοι μαζί” είναι μια πολύ ιδιαίτερη ιστορία, συγκινητική, συμβολική, απρόβλεπτη και μαγευτικά απόκοσμη. Μια ευφάνταστη απεικόνιση της μοναξιάς και της αγάπης, με ελάχιστους διαλόγους, εξαιρετικό μοντάζ, λιτή σκηνοθεσία και αριστοτεχνικό σενάριο που μεταστρέφει ομαλά προς το τέλος το αφηγηματικό του ύφος και από το μαγικό ρεαλισμό μεταβαίνει στη μεταφυσική αλληγορία της αγάπης, ξαναθυμίζοντας στην αλλοτριωμένη από τον υλισμό ανθρώπινη ύπαρξη, τις μαγικές της ιδιότητες.
 Ο Ταέ Σουκ (Λι Χαν-Κιουν), μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, σιωπηλός, μοναχικός, άστεγος, με αξιοθαύμαστες ικανότητες και ευαισθησίες, ζει σε σπίτια άλλων. Κάθε μέρα καταλαμβάνει σπίτια σε διάφορες γειτονιές, φτωχικές ή πλούσιες, στο κέντρο της πόλης ή στα προάστια, των οποίων οι ιδιοκτήτες τους απουσιάζουν. Τα διαφημιστικά φυλλάδια που τοποθετεί στις πόρτες, ανάλογα με το αν παραμένουν στις θέσεις που τα είχε αφήσει ή όχι, σηματοδοτούν ποια σπίτια είναι κενά. Κάθε βράδυ, σε κάθε σπίτι αφομοιώνει τις διαφορετικές σχέσεις των οικογενειών, τις κρυμμένες, καταχρηστικές ή βίαιες σχέσεις, τις εμπειρίες τους, τον τρόπο ζωής τους. Για ξεπληρώσει τη φιλοξενία, περιποιείται τα φυτά ή διάφορα αντικείμενα του σπιτιού με πολύ φροντίδα και φεύγει αφήνοντας τα πάντα στη θέση τους. Μια νύχτα ο ήρωας μπαίνει στο σπίτι ενός επιχειρηματία νομίζοντας ότι είναι άδειο, αλλά μέσα βρίσκεται η γυναίκα του. Η νεαρή Σαν Χουά (Λι Σανγκ-Γιόν), γοητεύεται από τον παράξενο και απροσδόκητο εισβολέα και αποφασίζει να ακολουθήσει τον επισφαλή τρόπο ζωής του, προκειμένου να ξεφύγει από τον καταχρηστικό και βίαιο σύζυγό της, Μιν Γιου (Κουόν Χάου-Χο). Οι δυο τους, αν και δεν μιλούν καθόλου μεταξύ τους, σταδιακά αναπτύσσουν έναν μοναδικό τρόπο αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας που στηρίζεται στον σεβασμό, στην τρυφερότητα και την αγνή αγάπη. Η σύνδεση τους βρίσκεται πέρα και πάνω από τα συνηθισμένα. Κάθε βράδυ εξακολουθούν να ζουν παρακινδυνευμένα διανυκτερεύοντας από σπίτι σε σπίτι και κάποια στιγμή έρχονται αντιμέτωποι με την αστυνομία. Η ευτυχία τους καταρρέει, ο Σουκ κατηγορείται για ανθρωποκτονία και καταλήγει στη φυλακή και η Σαν Χουά εξαναγκάζεται να γυρίσει πίσω στον άνδρα της, όπου και περιμένει την αποφυλάκιση του νεαρού.
 Η  κινηματογραφία του Κιμ Κι-Ντουκ δεν επιθυμεί την εκφορά μιας δήλωσης, όσο το άγγιγμα ψυχής και το καταφέρνει με έναν μοναδικά εφευρετικό τρόπο, παρά τις όποιες ελλείψεις της. Φαίνεται να είναι μια ερωτική ιστορία, τουλάχιστο στο μεγαλύτερο μέρος της, αλλά το ποιο είναι το κεντρικό θέμα της γίνεται αντιληπτό, μόνο με αυτό που αναγράφεται λίγο πριν από τους τίτλους του τέλους στην οθόνη, ανατρέποντας, την μέχρι εκείνη την στιγμή, ερμηνεία της ταινίας.
 Ο Κι-Ντουκ με βάση το ανθρώπινο οπτικό πεδίο (είναι περίπου 180 μοίρες οριζόντια και 120 κατακόρυφα), θέλησε να εξερευνήσει την ιδέα για το αν κάποιος μπορούσε να σταθεί έξω από αυτό και να παραμείνει αόρατος, κάτι που συνορεύει με την ιδέα της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, του πραγματικού και του φανταστικού. “Οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές επικαλούνται τα μάτια τους για να αντιληφθούν τι είναι πραγματικό και τι όχι”. Σχετικά με το ερώτημα του τέλους, “Όλες οι απόψεις μπορεί να είναι έγκυρες διότι κανείς δεν γνωρίζει την αλήθεια”, ισχυρίζεται. “Στους δυο αυτούς χαρακτήρες για παράδειγμα, ο ένας μπορεί να είναι το αποκύημα φαντασίας του άλλου, κάποιος θα μπορούσε να το πει έτσι. Για τον σύζυγο και οι δυο τους θα μπορούσαν να είναι στην πραγματικότητα αποκυήματα της δικής του φαντασίας, η δική του φαντασίωση. Έτσι το τι είναι αληθινό και τι συνιστά τον κόσμο, πραγματικά εξαρτάται από το ποιος μιλάει. Το μαύρο και το άσπρο είναι στην πραγματικότητα το ίδιο χρώμα, με την έννοια ότι μπορείτε να εξηγήσετε το μαύρο, δείχνοντας αυτό που είναι λευκό και αντίστροφα, να ορίσετε το λευκό δείχνοντας αυτό που είναι μαύρο. Είναι η συνύπαρξή τους που τα ορίζει”.
 Όλη η ταινία, αλλά ιδιαίτερα το παραισθητικό τρίτο μέρος της δεν προορίζεται για να εκληφθεί στην κυριολεξία. Η μοναξιά που τυλίγει τους ήρωες και η επιθυμία τους να βρουν διέξοδο από μια σκληρή πραγματικότητα που τους αποδιαρθρώνει, δημιουργεί μια θάλασσα ονείρων. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι από το σημείο του διαχωρισμού του ζευγαριού, η κάθε μια πλευρά δημιουργεί τη δική της φαντασίωση και ο κάθε ένας ξαναζεί το παρελθόν και συνθέτει το μέλλον με τον δικό του τρόπο. Οι στιγμές που ο ήρωας καταφέρνει μέσα από την προπόνηση του εαυτού να γίνει αόρατος από το ανθρώπινο οπτικό πεδίο και συναντά το άλλο του μισό, γίνονται αξέχαστες ποιητικές εικόνες και σηματοδοτούν την υπερβατική ένωση του ζευγαριού, που από την τραυματική εμπειρία ζωής περνούν σε ένα διαφορετικό επίπεδο ύπαρξης, εκεί όπου με τη δύναμη της αληθινής αγάπης τα συμβατικά όρια της δυαδικότητας θρυμματίζονται, εκεί όπου το άπλωμα της, τους επιτρέπει να αγγίξουν το μυστήριο του Ενός και συνεπώς να μην χρειάζεται να είναι με φυσικό τρόπο μαζί, για να νοιώσουν την ευτυχία και την ισορροπία.
 Μήπως τίποτα από αυτά δεν ήταν αληθινά, αλλά υπήρξαν σύμβολα του απρόσκλητου επισκέπτη, του έρωτα; Μήπως οι ήρωες ήταν άυλες υπάρξεις; Ή μήπως ήταν μόνο μέρος της φαντασίας ενός χαρακτήρα; Η ιστορία έχει μόνο ενδείξεις και όλες οι απόψεις όπως λέει και ο δημιουργός της μπορεί να είναι έγκυρες. Πάντως το υπερβατικό ρομαντικό ποίημα του Κι-Ντουκ ανοίγει μια ξεχασμένη πόρτα στην καρδιά και μας θυμίζει με ευχάριστα μυστηριώδη και γοητευτικό τρόπο, την μαγεία της μεγαλύτερης δημιουργικής δύναμης της φύσης.
bigstar8,2 icon Reviewed by Chryssa Skopelitou, on 3-iron- Rating:8,2 out of 10

                            


imdb
rottentomatoes

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου